FANDOM


Η ιστορία Δύσκολες Αποφάσεις αποτελεί μια δεκασέλιδη ιστορία που έγραψε και σχεδίασε ο Καρλ Μπαρκς στις 19 Σεπτεμβρίου 1945 και δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά τον Ιανουάριο του επόμενου έτους.

ΠερίληψηEdit

Τα ανιψάκια εκμεταλλεύονται την απόφαση του Ντόναλντ να συγκρατεί τα νεύρα του.

ΥπόθεσηEdit

Ο Ντόναλντ Ντακ έχει βγει βόλτα με την Νταίζυ Ντακ, η οποία τον ρωτά άμα έχει πάρει κάποια μεγάλη απόφαση για τη νέα χρονιά, όπως συνηθίζεται. Ο Ντόναλντ της απαντά αρνητικά αλλά η Νταίζυ του τονίζει ότι θα πρέπει να αποφασίσει να διορθώσει το χειρότερο ελάττωμα του: τον οξύθυμο χαρακτήρα του. Ο Ντόναλντ θυμώνει, προσβάλλει, την Νταίζυ και εκείνη του ρίχνει μια τσαντιά και φεύγει. Μόλις ηρεμεί, ο Ντόναλντ σκέφτεται ότι η Νταίζυ έχει δίκιο για το ότι χάνει εύκολα την ψυχραιμία του και αποφασίζει ότι θα προσπαθήσει να παραμείνει γαλήνιος ό,τι και να συμβεί.

Όταν επιστρέφει στο σπίτι, βλέπει έναν χιονάνθρωπο που έχουν φτιάξει τα παιδιά και στον οποίο έχουν βάλει ένα ναυτικό καπέλο σαν το δικό του. Ο χιονάνθρωπος έχει εξαιρετικά άγρια έκφραση και αναπαριστά τον ίδιο. Δεν προσβάλλεται για την καθόλου κολακευτική αυτή απεικόνιση και μάλιστα χαίρεται που έφτιαξαν τον ανδριάντα του. Τα ανιψάκια που παρακολουθούν κρυμμένα στην αυλή παραξενεύονται.

Ο Ντόναλντ μπαίνει στο σπίτι και αποφασίζει να γράψει την απόφασή του σε ένα φύλλο χαρτί και να το κορνιζώσει. Εντωμεταξύ τα παιδιά αρχίζουν να παίζουν χιονοπόλεμο. Μία χιονόμπαλα όμως πέφτει πάνω στο παράθυρο, το σπάει, και τελικά καταλήγει στην κορνίζα που έχει ετοιμάσει ο Ντόναλντ διαλύοντάς τη. Ο Ντόναλντ αντί να γίνει έξω φρενών, επισημαίνει στοργικά στους Χιούη, Λιούη και Ντιούη ότι τα παιχνίδια τους είναι υπερβολικά βίαια. Εκείνοι μένουν έκπληκτοι με τη συμπεριφορά του και αποφασίζουν να του ζητήσουν να παίξουν στη σοφίτα τώρα που είναι στις καλές του, γιατί συνήθως δεν τους αφήνει, ίσως γιατί δε θέλει να ανακαλύψουν κάποιο κρυμμένο μυστικό.

Αρχικά, ο Ντόναλντ που εκείνη τη στιγμή γράφει σε έναν πίνακα την απόφαση του, αν και αρχικά νευριάζει, τελικά τους αφήνει να πάνε και μάλιστα τους θυμίζει να προσέξουν να μην σκοντάψουν και πέσουν στη σκάλα. Στη σοφίτα τα παιδιά ανακαλύπτουν ένα μπαούλο γεμάτο με παλιά ραβασάκια που έστειλε στον Ντόναλντ η Νταίζυ. Τα διαβάζουν δυνατά και οι φωνές τους φτάνουν μέχρι κάτω, με αποτέλεσμα να τα ακούσει ο Ντόναλντ και να βγει εκτός εαυτού με την αδιακρισία τους. Φουριόζος ανεβαίνει τη σκάλα, ενώ έχει αποφασίσει να ρίξει τα παιδιά στο μπουντρούμι. Πριν φτάσει όμως πάνω, θυμίζει στον εαυτό του την απόφαση που πήρε και σκέφτεται ότι δεν πρέπει να την παραβεί, χάνοντας την αυτοσυγκράτησή του.

Έτσι, αντί να μαλώσει τα παιδιά, τα δελεάζει λέγοντας τους ότι άμα θέλουν μπορούν να κατέβουν στην κουζίνα για να φτιάξουν καραμέλα. Εκείνα παραξενεύονται ακόμα περισσότερο και υποπτεύονται ότι ίσως να τους έχει στήσει κάποια παγίδα. Όταν όμως φτάνουν στο σαλόνι, βλέπουν τον πίνακα με την απόφαση του θείου τους γραμμένη και περιχαρή καταλαβαίνουν τι συμβαίνει. Αποφασίζουν να εκμεταλλευτούν την κατάσταση, καθώς τώρα θα μπορούν να κάνουν ό,τι θέλουν χωρίς να φοβούνται μήπως φάνε της χρονιάς τους.

Πηγαίνουν κατευθείαν στην κουζίνα, όπου παίρνουν ένα μεγάλο τσουκάλι και αρχίζουν τους πειραματισμούς. Ο Ντόναλντ που βρίσκεται στο δίπλα δωμάτιο, τους ακούει έντρομος να λένε ότι γνωρίζουν πως έχει κρύψει είκοσι κιλά ζάχαρη στο γκαράζ και τα παίρνουν, ενώ στη συνέχεια πως το μείγμα που έχουν φτιάξει, κοχλάζει και χύνεται στο πάτωμα. Κάνει φιλότιμες προσπάθειες να συγκρατηθεί, μέχρι που ακούγονται δυνατοί θόρυβοι και αποφασίζει να τους προτείνει να τους δώσει δυόμισι δεκάρες για να πάνε στον κινηματογράφο, μήπως και τη γλιτώσει η κουζίνα. Τα ανιψάκια όμως που έχουν αποθρασυνθεί τελείως, αρνούνται και παίρνουν την καραμέλα που έχουν φτιάξει στο σαλόνι όπου παίζουν με αυτή και λερώνουν τα έπιπλα.

Ο Ντόναλντ πλέον τα παρακαλεί να βγουν έξω να φάνε το γλυκό, ενώ εκείνα του απαντούν με θράσος να βγει ο ίδιος έξω γιατί τους έχει ζαλίσει με τη μουρμούρα του. Ο Ντόναλντ διαπιστώνει λοιπόν ότι πλέον δεν τον σέβονται καθόλου, καθώς δεν έχουν λόγο να τον φοβούνται και το ξέρουν. Για να ξεχάσει τις σκοτούρες του, αποφασίζει να συγυρίσει τα γραμματόσημα του. Ένα από τα ανιψάκια όμως λίγο αργότερα βάζει μπροστά τον ανεμιστήρα για να κρυώσει γρηγορότερα η καραμέλα και τα γραμματόσημα σκορπίζουν σε όλο το δωμάτιο.

Ο Ντόναλντ συνεχίζει να αντέχει και αρχίζει να μαζεύει τα γραμματόσημα. Στη συνέχεια τα απλώνει ξανά στο τραπέζι για να δει πόσα κατάφερε να περισώσει. Ένα από τα ανιψάκια παίρνει το τσουκάλι με την καραμέλα και τρέχει, ενώ τα άλλα δύο το κυνηγούν. Του βάζουν τρικλοποδιά με αποτέλεσμα να πέσει μαζί με το τσουκάλι που καταλήγει τελικά πάνω στον Ντόναλντ και τη συλλογή του.

Τα δύο ανιψάκια επιτίθενται στο τρίτο επειδή κατέστρεψε την καραμέλα και αυτό τους αντεπιτίθεται με ντομάτες. Καταφέρνουν να τις αποφύγουν σκύβοντας, ενώ αυτές τελικά καταλήγουν πάνω στον Ντόναλντ, ο οποίος έχει μόλις πλυθεί και βάλει καθαρά ρούχα. Φτάνει στα όρια του και παίρνει την Νταίζυ για να τη συμβουλευτεί, εξηγώντας της ότι τα παιδιά έχουν αποχαλινωθεί εντελώς. Η Νταίζυ του λέει ότι θα πρέπει να τους τις βρέξει, χωρίς όμως να φανεί ότι είναι θυμωμένος. Ο Ντόναλντ συμφωνεί ότι αυτή είναι μία καλή ιδέα και τα ανιψάκια τον ακούν έντρομα.

Ο Ντόναλντ πλησιάζει τα παιδιά με τη βίτσα και μελιστάλακτα τους ζητάει να έρθουν για να τους τις βρέξει. Αυτά όμως, του τονίζουν ότι δεν μπορεί να τους τις βρέξει. Εκείνος τα ρωτάει ποιος είναι λόγος και τα ανιψάκια του δείχνουν την απόφαση που έχουν μόλις γράψει στον πίνακα, δηλαδή ότι στο εξής θα είναι καλά παιδιά. Του εξηγούν ότι δεν υπάρχει λόγος να τους τις βρέξει για να γίνουν καλά παιδιά, γιατί είναι ήδη καλά παιδιά. Ο Ντόναλντ όμως τελικά εκρήγνυται και αρχίζει να τα κυνηγάει λέγοντας ότι δεν έχουν το δικαίωμα να του στερήσουν την εκδίκησή του!

Community content is available under CC-BY-SA unless otherwise noted.