FANDOM


Η ιστορία Η Άμμος του Χρόνου είναι μια δεκασέλιδη ιστορία που έγραψε ο Τομ Άντερσον, με βάση μια πλοκή του Καρλ Μπαρκς, και σχεδίασε ο Βίκαρ. Δημοσιεύθηκε τον Απρίλιο του 1984, ενώ στην χώρα μας την είδαμε για πρώτη φορά στο ΚΟΜΙΞ 15 (Β΄ Περίοδος).

ΥπόθεσηEdit

Ο Σκρουτζ Μακ Ντακ βρίσκεται στο γραφείο του και τακτοποιεί την βιβλιοθήκη του, όταν ξαφνικά τον πιάνει ένας αβάσταχτος πόνος στην μέση και πέφτει στο πάτωμα. Συνειδητοποιεί ότι πλέον δεν είναι νέο παλικάρι και τρέμει στην ιδέα ότι κάποια στιγμή θα πρέπει να αφήσει την περιουσία του στον σπάταλο ανιψιό του.

Βάζοντας τα βιβλία στην θέση τους συναντά έναν τόμο που αναφέρεται στους κατοίκους της Χούνζα, μιας κοιλάδας των Ιμαλαΐων, οι οποίοι είναι αιωνόβιοι. Ο μεγιστάνας αποφασίζει να ερευνήσει περαιτέρω το θέμα και καλεί τον Ντόναλντ και τα ανίψια του, ώστε να πάνε όλοι μαζί στην Ασία. Αφού φτάνουν μετά από ένα μεγάλο ταξίδι με γιακ στην απομονωμένη ορεινή κοιλάδα συναντάνε όντως πολλούς ακμαίους υπερήλικες, οι οποίοι συμπεριφέρονται σαν νέα παλικάρια.

Αμμος1

Ο Σκρουτζ δοκιμάζει τα πάντα για να μείνει ακμαίος!

Μια εκατοντάχρονη κυρία τους πληροφορεί πως το κρύο στην κοιλάδα τους είναι δριμύ και όλη μέρα τουρτουρίζουν, οπότε ο κροίσος θεωρώντας πως αυτό μπορεί να είναι το μυστικό της νεότητας τους μένει στο κρύο, ώσπου να παγώσει. Κατόπιν, του προτείνει να δοκιμάσει ντόπια βερίκοκα, τα οποία ο Σκρουτζ καταναλώνει ασταμάτητα, ελπίζοντας να βρει το μυστικό της μακροζωίας τους.

Έπειτα, μια άλλη κοτσονάτη αιωνόβια του προτείνει να πιει τοπικό τσάι, το οποίο όμως είναι δυναμίτης και ο Σκρουτζ δεν το αντέχει. Μια άλλη κάτοικος τον παίρνει στο δικό της σπίτι και τον πληροφορεί ότι το ρύζι είναι το μυστικό τους, αλλά συνεχώς τον βομβαρδίζουν με διαφορετικούς τρόπους μαγειρέματος του. Ένας γέρος κατόπιν τον παίρνει από τις κυρίες και τον πάει στα μελίσσια του, όπου του λέει πως το ελιξίριο της ζωής είναι το μέλι, οπότε ο Σκρουτζ τρώει μεγάλες ποσότητες κι από αυτό.

Ύστερα, δοκιμάζει το τσίμπημα μελισσών, το οποίο λέγεται ότι είναι ένα από τα μυστικά της μακροζωίας, αλλά και πάλι δεν καταφέρνει τίποτα, αφού νιώθει το ίδιο γερασμένος. Στην συνέχεια αποφασίζει να πάει να συναντήσει τον φύλακα του θησαυρού του ναού του χωριού, ο οποίος είναι ο πιο ηλικιωμένος κάτοικος και να τον ρωτήσει πως έχει καταφέρει να ζήσει τόσα χρόνια.

Οι Χιούη, Λιούη και Ντιούη όμως αποφασίζουν να κάνουν τις δικές τους έρευνες κι έτσι πηγαίνουν και ρωτάνε τους ντόπιους αιωνόβιους τι κάνουν για διασκέδαση. Οι άνθρωποι τους απαντάνε ότι δεν κάνουν κάτι άλλο εκτός από την δουλειά τους, την οποία λατρεύουν. Ο γιακοβοσκός δεν μπορεί να αποχωριστεί τα ζώα του, ενώ και η ταπητουργός του χωριού δεν μπορεί να σταματήσει να ράβει χαλιά.

Τα παιδιά χαρούμενα με τις πληροφορίες που συγκέντρωσαν ρωτάνε τον θείο τους πόσο χρονών είναι ο ίδιος, οπότε μαθαίνουν ότι κι αυτός είναι ηλικιακά παρόμοιος με τους κάτοικους της Χούνζα, αφού κι εκείνος παίρνει την δουλειά του πολύ ζεστά. Ο μεγιστάνας όμως τους λέει πως δεν έχει σημασία πόσο χρόνια έχει ζήσει, αλλά για πόσο καιρό ακόμα θα φροντίζει την περιουσία του, οπότε ρωτάει τον θησαυροφυλάκα του χωριού, ποιο είναι το μυστικό της μακροζωίας.

Αμμος2

Οι Λιμνουπολίτες επισκέπτονται τον υπέργηρο θησαυροφύλακα του χωριού...

Ο υπερήλικας του απαντάει πως αρκεί να αγαπάς την δουλειά σου, ο ίδιος ας πούμε λατρεύει να κάνει βουτιές στο χρήμα του χωριού και να παίζει ασταμάτητα μαζί του. Ο Σκρουτζ τότε θυμωμένος καταλαβαίνει ότι το ελιξίριο της νιότης το έχει ήδη στην κατοχή του, οπότε γυρνάνε πίσω στην Λιμνούπολη. Στο τέλος, ο κροίσος ξανανιωμένος μετράει τα χρήματα του στο θησαυροφυλάκιο, ενώ τα ανίψια του δουλεύουν ασταμάτητα για να τον εξυπηρετήσουν, δυσαρεστημένοι που το χρήμα δεν έχει την ίδια ευεργετική δράση πάνω τους!

ΠαρασκήνιοEdit

Η ιστορία αυτή αποτελεί διασκευή σε μορφή κόμικς της ομότιτλης ιστορίας του Καρλ Μπαρκς, Άμμος του Χρόνου, η οποία δημοσιεύτηκε το 1981 σε μορφή πεζογραφήματος, με δώδεκα πρωτότυπες υδατογραφίες του μεγάλου δημιουργού. Ο Τομ Άντερσον έχει διατηρήσει με μεγάλη πιστότητα την πλοκή της ιστορίας, με μόλις δύο κύριες διαφορές. Η πρώτη αφορά τον τρόπο που βρίσκει ο Σκρουτζ το βιβλίο, που τον οδηγεί στην κοιλάδα της Χούνζα. Στην πρωτότυπη ιστορία το βρίσκει με την βοήθεια των ανιψιών του, ενώ σε αυτήν την εκδοχή μόνος του, εντελώς τυχαία.

Η δεύτερη έγκειται στον τρόπο με τον οποίο τελειώνει η ιστορία, αφού ο Μπαρκς παρουσιάζει τους Ντακ να πηγαίνουν σε ένα παγωτατζίδικο, ώστε να ανακαλύψουν και οι ίδιοι το δικό τους ελιξίριο μακροζωίας. Αντίθετα, στην διασκευή τα τέσσερα παπιά μένουν να βοηθήσουν τον θείο τους, ευχόμενοι το χρήμα να είχε την ίδια επίδραση πάνω τους. Τέλος, ο Βίκαρ προτίμησε να σχεδιάσει τους κατοίκους της Χούνζα ως ανθρωπόμορφους με σκυλίσια μύτη, ενώ ο Παπιάνθρωπος τους είχε παρουσιάσει παπιόμορφους στους πίνακες του, επιλογή που ίσως έγινε για περισσότερη ρεαλιστικότητα.

Community content is available under CC-BY-SA unless otherwise noted.