FANDOM


Η ιστορία Η Οδύσσεια ενός Καταραμένου είναι μια δωδεκασέλιδη ιστορία που έγραψε o Πωλ Χάλας και σχεδίασε ο Βίκαρ, η οποία δημοσιεύθηκε τον Αύγουστο του 2001. Στην χώρα μας την έχουμε δει στο ΚΟΜΙΞ 22 (Β΄ Περίοδος).

ΠερίληψηEdit

Ο Ντόναλντ νομίζει πως έχει πέσει θύμα κατάρας καθώς του συμβαίνουν συνεχώς συμφορές, τα πάντα όμως εξαρτώνται από την οπτική γωνία της ζωής…

ΥπόθεσηEdit

Ο Ντόναλντ Ντακ πηγαίνει όπως κάθε μέρα στο εργοστάσιο μαργαρίνης που δουλεύει, όταν στον δρόμο μια τσιγγάνα προσπαθεί να του πουλήσει ένα τυχερό λουλούδι, για να του πάει καλά η μέρα. Ο Ντόναλντ δεν το αγοράζει, αγνοώντας τα λόγια των συναδέλφων του, που τον παρακινούν να τα έχει καλά με την γριά, γιατί μπορεί να τον ματιάσει.

Ο Ντόναλντ δεν πιστεύει σε αυτά και πηγαίνει στην δουλειά του, όπου όμως τα νέα μηχανήματα που έχουν εγκατασταθεί έχουν χαλάσει. Το παπί αποφασίζει να επέμβει και να τα επισκευάσει, όμως τα μηχανήματα γίνονται ανεξέλεγκτα, με αποτέλεσμα μαργαρίνη να πλημμυρίσει την Λιμνούπολη.

Ο Ντόναλντ αρχίζει να τρέχει, καθώς φτάνει η αστυνομία, αφού πιστεύει πως αυτός φταίει και πηγαίνει στο σπίτι του, το οποίο οι Χιούη, Λιούη και Ντιούη βάφουν. Κατόπιν φεύγει αμέσως για το λιμάνι, όπου προσλαμβάνεται ως μάγειρας σε ένα πλοίο που μεταφέρει ζώα, για να απομακρυνθεί από την περιοχή.

Στο πλοίο οι μέρες κυλούν ομαλά, οπότε ο Ντόναλντ θεωρεί πως η κατάρα που του έχει μάλλον ρίξει η γριά τσιγγάνα έχει περάσει. Αποφασίζει να φτιάξει ένα ιδιαίτερα καυτερό γεύμα για το πλήρωμα, ώστε να τους ευχαριστήσει για την ευκαιρία που του έχουν δώσει. Εκείνη την ώρα όμως τον επισκέπτεται ο ένας από τους φύλακες των ζώων, επειδή χρειάζεται κάτι για να κοιμίσει τον ελέφαντα.

Ο Ντόναλντ πλάθει ένα τσουρέκι και βάζει μέσα το υπνωτικό που του δίνει ο άντρας, ώστε να ο ελέφαντας να πειστεί να το φάει. Κατόπιν, στρώνεται στην δουλειά ετοιμάζοντας το φαγητό των ναυτών, που περιέχει μπόλικο κάρυ.

Αφού δίνει το φαγητό στο πλήρωμα ακούει γδούπους από τα ζώα, όπου ο ελέφαντας έχει τρελαθεί και δεν μπορεί να ξεδιψάσει με τίποτα. Ο Ντόναλντ συνειδητοποιεί ότι έχει μπλέξει τα βάζα κι έχει δώσει το κάρυ στον ελέφαντα και το υπνωτικό στους ναύτες, που πράγματι κοιμούνται του καλού καιρού στην σάλα.

Οδύσσεια1

Ο Ντόναλντ επιβιβάζεται σε ένα πλοίο που μεταφέρει ζώα!

Το σκάφος είναι ακυβέρνητο κι έχει προσαράξει σε μια ξέρα, οπότε ο Ντόναλντ βρίσκει την ευκαιρία να κατέβει και κολυμπάει μέχρι την κοντινότερη ακτή. Εκεί ένα σωρό κατσίκια τον σαρώνουν κατεβαίνοντας από το βουνό, οπότε γίνεται χαλκομανία.

Μερικοί τσιγγάνοι τον βρίσκουν και τον μεταφέρουν στον καταυλισμό τους, για να αναρρώσει, οπότε τον πηγαίνουν στην γριά του οικισμού, η οποία τον συνεφέρνει. Ο Ντόναλντ της εξηγεί τα πάντα για την κατάρα που του έριξε η συνάδελφος της, αλλά εκείνη τον καθησυχάζει λέγοντας του πως δεν είναι πια Μεσαίωνας και δεν ισχύουν αυτά. Είναι η οπτική γωνία του καθενός που διαμορφώνει τις πράξεις του και εάν πιστεύεις ότι έχει καταραστεί τότε όλα θα πάνε άσχημα.

Οδύσσεια2

Ο Ντόναλντ ανοίγει την καρδιά του στην τσιγγάνα...

Για να καθησυχαστεί του λέει να πάρει τηλέφωνο αυτούς στους οποίους έκανε ζημιά, για να μάθει εάν συνέβη κάτι κακό. Πληροφορείται έτσι ότι τα μηχανήματα στο εργοστάσιο ήταν ελαττωματικά, και δεν έφταιγε αυτός, ενώ και το πλήρωμα στο πλοίο κοιμήθηκε λόγω μιας σαπουνόπερας κι όχι λόγω του φαγητού, ενώ προσάραξε στην ξέρα το σκάφος λόγω των παλαιών του χαρτών.

Ο Ντόναλντ πετάει από την χαρά του όταν μαθαίνει και ότι τα κατσίκια απλώς κατέβαιναν από το βουνό, ύστερα από διαταγή των τσιγγάνων και δεν έφταιγε αυτός που τον τσαλαπάτησαν και χαρούμενος γυρνάει σπίτι. Στο τέλος, μόλις μπαίνει μέσα πέφτει ένας κουβάς μπογιά πάνω του, επειδή βάφεται ακόμα το σπίτι, αλλά και πάλι χαίρεται που έχει γυρίσει!

Community content is available under CC-BY-SA unless otherwise noted.