FANDOM


Η ιστορία Κρησφύγετο στην Χαβάη είναι μια πολυσέλιδη ιστορία που έγραψε και σχεδίασε ο Καρλ Μπαρκς τον Μάιο του 1953, η οποία δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους. Στην χώρα μας την έχουμε δει και στο ΚΟΜΙΞ 26.

ΠερίληψηEdit

Ο θείος Σκρουτζ αποφασίζει να κρύψει τα λεφτά του σε ένα τροπικό νησί όμως οι Μουργόλυκοι θα καταλάβουν το πλοίο του και θα κάνουν το νησί κόλαση για τα παπιά, που όμως θα έχουν βοήθεια…

ΥπόθεσηEdit

Ο Σκρουτζ Μακ Ντακ εξηγεί στα ανίψια του πως έχει σκοπό να μεταφέρει τα λεφτά του σε ένα ιδιόκτητο τροπικό νησί, όπου θα είναι απολύτως ασφαλή και χρειάζεται την βοήθεια τους. Ο Ντόναλντ και τα παιδιά αρχικά αρνούνται, αλλά δέχονται πρόθυμα, όταν μαθαίνουν πως το νησί είναι στο αρχιπέλαγος της Χαβάης.

Ο μεγιστάνας χαρούμενος που εξασφάλισε την βοήθεια τους, τους πηγαίνει στο λιμάνι, για να τους δείξει πως θα μεταφέρει με πλοίο τα χρήματα του. Έχει μετατρέψει ολόκληρη την περιουσία του σε χαρτονομίσματα, τα οποία ρομπότ συσκευάζουν σε κονσέρβες, ως σπανάκι, για να μην κινηθεί κανενός η υποψία.

Χαβάη1

Οι Μουργόλυκοι κρύβονται πίσω από τα ρομπότ!

Ο Ντόναλντ εκφράζει τις ανησυχίες του για την μέθοδο, οπότε ο μεγιστάνας πλέον ανασφαλής, τον στέλνει να κατασκοπεύσει το πλήρωμα του σκάφους που θα τους μεταφέρει, ώστε να δει εάν είναι έμπιστο. Ο Ντόναλντ αρχίζει την κατασκοπεία στο σκάφος και σύντομα συνειδητοποιεί ότι τα ρομπότ είναι μεταμφιεσμένοι Μουργόλυκοι, όπως και το πλήρωμα.

Αποφασίζει να κρυφτεί, όμως κατά λάθος πέφτει στον διάδρομο παραγωγής που συσκευάζει τα κουτιά σπανάκι και καρφώνεται και ο ίδιος μέσα σε ένα κιβώτιο κι εγκλωβίζεται. Η ώρα του απόπλου φτάνει και τα παιδιά με τον κροίσο επιβιβάζονται στο πλοίο, θεωρώντας πως ο Ντόναλντ βρίσκεται στα αμπάρια και κατασκοπεύει.

Το πλήρωμα είναι εξαιρετικά υπάκουο, οπότε ο Σκρουτζ μόλις βγαίνουν στα διεθνή ύδατα διώχνει την ακτοφυλακή που τον συνοδεύει, αισθανόμενος απολύτως ασφαλής. Αμέσως όμως οι άντρες μόλις απομακρύνεται ο νόμος αποκαλύπτουν την αληθινή τους ταυτότητα, με τον μεγιστάνα να τρομοκρατείται στην θέα των φοβερών Μουργόλυκων.

Η συμμορία τους πετάει στο μπαλαούρο, κλειδώνοντας κι εγκλωβίζοντας τους, με τον μεγιστάνα να απορεί γιατί δεν τον ειδοποίησε ο Ντόναλντ. Οι Χιούη, Λιούη και Ντιούη καταφέρνουν να ελευθερωθούν από μια τρύπα στην οροφή και τρέχουν να πάρουν το κλειδί της πόρτας, για να ελευθερώσουν τον θείο τους.

Το κλειδί το φοράει στον λαιμό του ένα μέλος της συμμορίας, το οποίο προσελκύουν στο κελί και του κλέβουν το κλειδί, ελευθερώνοντας τον θείο τους. Μαζί μπαίνουν σε μια βάρκα, αλλά ο κροίσος αρπάζει πρώτα ένα κουτί λεφτά, για να μην φύγει απένταρος. Σύντομα, οι Μουργόλυκοι καταλαβαίνουν ότι οι αιχμάλωτοι έχουν δραπετεύσει και στρέφουν το καμάκι τους κατά της βάρκας, έτοιμοι να τους βουλιάξουν.

Χαβάη2

Οι Μουργόλυκοι αποκαλύπτονται στον κροίσο!

Ο Σκρουτζ τους παρακαλεί να τους αφήσουν, καθώς δεν πρέπει να βουλιάξουν ένα κιβώτιο γεμάτο χρήμα, αλλά μέσα στο κουτί αποκαλύπτεται ότι είναι ο Ντόναλντ. Έτσι οι κλέφτες ρίχνουν το καμάκι και ύστερα μαζεύουν τα παπιά, και τα στρώνουν στην δουλειά, κάνοντας τα χαμάληδες.

Καθώς οι μέρες περνούν και οι Ντακ δουλεύουν σαν είλωτες στο πλοίο, φτάνει η μέρα που προσεγγίζουν το ιδιωτικό νησί του κροίσου, στο οποίο οι Μουργόλυκοι έχουν αποφασίσει να ελλιμενιστούν. Μπαίνουν έτσι σε έναν ορμίσκο του νησιού και αφού ξεφορτώνουν το χρήμα αρχίζουν και πάλι να διατάζουν τους αιχμαλώτους τους να κάνουν όλες τις αγγαρείες.

Η κούραση των Ντακ είναι τεράστια, αλλά το ίδιο βράδυ ο Σκρουτζ θυμάται πως έχει τοποθετήσει ξύλα στην κορυφή του ανενεργού ηφαιστείου του νησιού, τα οποία μπορούν να ανάψουν για να κάνουν σινιάλο στην ακτοφυλακή. Μέσα στο σκοτάδι όμως τα τροπικά φυτά φαντάζουν θηριώδη, οπότε ο κροίσος αναγκάζεται να τα παρατήσει, για να κάνει την πεζοπορία με το φως της ημέρας.

Χαβάη3

Το νησί διαφαίνεται στον ορίζοντα...

Το επόμενο πρωί οι Μουργόλυκοι μαθαίνουν από ένα βιβλίο ότι η περιοχή έχει πλούσιο ψάρι και στέλνουν τα ανιψάκια να ψαρέψουν, για το γεύμα τους. Τα παιδιά δεν έχουν κανένα εργαλείο στην διάθεση τους και δεν μπορούν να πιάσουν με τα χέρια τους ιχθύες, σε έναν μικρό κολπίσκο.

Τότε ένας ντόπιος, ονόματι Όπου Νούι, που σημαίνει μεγάλη κοιλιά στην τοπική γλώσσα, τους συστήνεται, λέγοντας πως δεν εγκατέλειψε και αυτός το νησί, όταν το αγόρασε ο ξένος, όπως οι συμπατριώτες του. Ο Χαβανέζος τους πληροφορεί πως για να πιάσουν ψάρια πρέπει να χτίσουν ένα μικρό φράγμα από πέτρες, το οποίο τα ψάρια θα περνούν με την φουσκοθαλασσιά, αλλά θα εγκλωβίζονται όταν φεύγουν τα νερά.

Χαβάη4

Τα παιδιά συναντούν τον Όπου Νούι!

Παράλληλα, στην κατασκήνωση των λωποδυτών, ο Σκρουτζ με τον Ντόναλντ αποφασίζουν να ανεβούν στην κορυφή του νησιού και να ανάψουν την φωτιά. Στην διαδρομή όμως ξενηστικωμένοι καθώς είναι, αρχίζουν να τρώνε δεκάδες μάνγκο και γκουάβα, με αποτέλεσμα να καταρρεύσουν από την βαρυστομαχιά.

Όταν οι Μουργόλυκοι καταλαβαίνουν ότι οι υπηρέτες τους λείπουν, τους φέρνουν πίσω και επειδή είναι υπερβολικά άρρωστοι για να μαγειρέψουν αποφασίζουν να καλέσουν τα ανιψάκια για να ετοιμάσουν το γεύμα. Οι κλέφτες τους χλευάζουν για φράγμα που φτιάχνουν, πιστεύοντας πως σπαταλούν τον χρόνο τους βιαίως τους φέρνουν πίσω.

Καθώς φεύγουν τα παιδιά εύχονται να υπήρχε κάποιος να τους βοηθήσει, και χωρίς να το γνωρίζουν μερικά μικρά βηματάκια ακούγονται σε έναν φράχτη. Όταν επιστρέφουν για να συνεχίσουν το ψάρεμα συνειδητοποιούν ότι τα φράγματα από πέτρες έχουν κατασκευαστεί και δεκάδες ψάρια έχουν πέσει θύμα των παγίδων τους.

Χαβάη5

Τα παιδιά περνούν δίπλα από τον φράχτη, όπου οι φωνές τους θα εισακουστούν, με την βία...

Αμέσως τρέχουν να ρωτήσουν τον Όπου Νούι εάν εκείνος ολοκλήρωσε την δουλειά, δεχόμενοι αρνητική απάντηση. Ο νησιώτης τους πληροφορεί πως αυτή πρέπει είναι εργασία των Μενεχούνες, των, σύμφωνα με τις τοπικές δοξασίες, μικρών ανθρώπων που κάνουν καλές πράξεις, για όποιον το αξίζει. Τα έργα τους είναι πολλά και σπουδαία, όπως ο φράχτης που έχουν φτιάξει στο νησί, για να μην φύγει το χώμα στην θάλασσα, και μισούν ιδιαίτερα τους τυράννους.

Εν τω μεταξύ, ο Ντόναλντ με τον θείο του καταφέρνουν επιτέλους να φτάσουν στην κορφή του ηφαιστείου, ετοιμαζόμενοι να ανάψουν την φωτιά, αλλά συνειδητοποιούν ότι δεν έχουν σπίρτα. Οι Μουργόλυκοι με τα κιάλια τους βλέπουν από μακριά τι πάνε να κάνουν και τρέχουν να τους πιάσουν.

Τα παιδιά αναγκάζονται να επιστρέψουν πίσω στην παραλία για να συνεχίσουν ψάρεμα, ελπίζοντας πως θα βρεθεί κάποιος τρόπος να δραπετεύσουν, ενώ και πάλι χωρίς να το καταλάβουν μερικά κλαδιά θάμνων κινούνται στον ίδιο φράχτη. Ώρες αργότερα και ενώ ο Σκρουτζ με τον Ντόναλντ έχουν και πάλι στρωθεί στην δουλειά, καθαρίζοντας ψάρια, καπνός αρχίζει να αναδύεται από το ηφαίστειο του νησιού.

Ο Όπου Νούι πληροφορεί τα παιδιά πως οι Μενεχούνες πετάνε πέτρες μέσα στο ηφαίστειο, αγριεύοντας το και προσελκύοντας έτσι κόσμο στο νησί. Οι Μουργόλυκοι καταλαβαίνουν πως σύντομα περίεργοι θα φτάσουν και πράγματι, ένα καράβι έχει ήδη τραβήξει ρότα για το νησί.

Χαβάη6

Ο θείος Σκρουτζ με τον Ντόναλντ φτάνουν στην κορυφή του ηφαιστείου!

Γρήγορα διατάζουν τα παπιά να φορτώσουν όλα τα λεφτά στο σκάφος και να ετοιμαστούν να φύγουν, πριν τους δει κανένας. Σταδιακά το φόρτωμα ολοκληρώνεται και οι κανάγιες περιμένουν την φουσκοθαλασσιά για να φύγουν από το νησί.

Τότε οι Χιούη, Λιούη και Ντιούη το σκάνε από το πλοίο και τρέχουν στην ξηρά, φωνάζοντας τους Μενεχούνες για βοήθεια, ώστε να μπορέσουν να γλιτώσουν από την σκλαβιά. Αναγκάζονται όμως να επιστρέψουν στο πλοίο, αφού οι Μουργόλυκοι απειλούν τους θείους τους. Ξαφνικά όμως πέτρες αρχίζουν να στοιβάζονται μπροστά στο πλοίο, φράζοντας την έξοδο προς την ανοικτή θάλασσα και καταδικάζοντας το σχέδιο των κλεφτών, αφού το περαστικό πλοίο τους φτάνει.

Ο θείος Σκρουτζ καταφέρνει έτσι να πάρει πίσω τα λεφτά του, αποφασίζοντας να τα μεταφέρει πίσω στην Λιμνούπολη, αφού πλέον το νησί του φαίνεται εφιαλτικό. Ξαφνικά οι πέντε τους ανακαλύπτουν πως έχουν στεφάνια λέι γύρω από το λαιμό τους και τα παιδιά εξηγούν στους θείους τους για τους Μενεχούνες, που τους ελευθέρωσαν, χτίζοντας το φράγμα. Στο τέλος, όλοι μαζί καταφέρνουν να ρίξουν μια ματιά στους κεφάτους Μενεχούνες, μέσα από έναν καθρέφτη, αφού εμφανίζονται μόνο όταν δεν τους βλέπει κανείς, να τραγουδάνε χαρούμενα!

ΠαρασκήνιοEdit

Στην ιστορία Κρησφύγετο στην Χαβάη ο Καρλ Μπαρκς στέλνει τον θείο Σκρουτζ και τα ανίψια του σε ένα εφιαλτικό ταξίδι σε ένα τροπικό νησί του αρχιπελάγους της Χαβάης. Η περιπέτεια είναι ιδιαίτερα σημαντική στον χώρο των κόμικς, καθώς με αυτήν εγκαινιάστηκε ένα νέο περιοδικό στις Η.Π.Α., στο οποίο θα δημοσιευόταν μερικές από τις σημαντικότερες δουλειές του Μπαρκς και άλλων καλλιτεχνών, το περιοδικό Uncle Scrooge.

Συγκεκριμένα, εκείνη την εποχή η δημοτικότητα του πιο πλούσιου παπιού των κόμικς αυξανόταν συνεχώς, όπως υποδείκνυαν τα γράμματα που λάμβαναν τα γραφεία της εκδοτικής Western Publishing, για την οποία δούλευε ο Παπιάνθρωπος. Αποφασίστηκε έτσι η ίδρυση ενός νέου περιοδικού, με τον τίτλο Uncle Scrooge, αφιερωμένο στον μεγάλο τσιγκούνη. Επειδή όμως ο κροίσος είχε και προηγούμενα τεύχη αφιερωμένα σε αυτόν, ως μέρος της πολυθεματικής σειράς One Shots, της ίδιας εκδοτικής, η αρίθμηση της σειράς ξεκίνησε από το τεύχος 4.

Us us 0004 00 001

Το πρώτο τεύχος του επίσημου περιοδικού Uncle Scrooge.

Στο πρώτο αυτό επίσημο τεύχος δημοσιεύθηκε το Κρησφύγετο στην Χαβάη και τα υπόλοιπα είναι ιστορία, αφού το περιοδικό έγινε ένα από τα δημοφιλέστερα στην Αμερική και συνεχίζει ακόμα την εκδοτική παρουσία του. Σήμανε επίσης την μόνιμη και ολοκληρωτική πλέον εγκαθίδρυση του θείου Σκρουτζ, που είχε δημιουργήσει ο Μπαρκς, στην Λιμνούπολη, και έδωσε την δυνατότητα σε πολλούς καλλιτέχνες, και ιδιαίτερα στον δημιουργό του, να διανθίσουν τον χαρακτήρα του, με άφθονες πολυσέλιδες και μη ιστορίες.

Αξίζει ακόμα να σημειωθεί πως στην πρώτη της έκδοση η ιστορία είχε τον τίτλο The Menehune Mystery (Το Μυστήριο των Μενεχούνε), αντί για τον τίτλο που είχε ορίσει ο Μπαρκς, δηλαδή Hawaiian Hideout (Κρησφύγετο στην Χαβάη). Ο πρώτος τίτλος διατηρήθηκε σε πολλές εκδόσεις, σε ολόκληρη την υφήλιο, ενώ στις Η.Π.Α. διορθώθηκε μόλις το 1987, με την δημοσίευση της ιστορίας στο τεύχος Uncle Scrooge Digest 5, της Gladstone.

Η συμβολή της ΓκαρέEdit

Η ιστορία είναι ιδιαίτερα αξιοπρόσεκτη και για ακόμη έναν λόγο, την σπάνια, καθοριστική συμβολή της Γκαρέ Μπαρκς, συζύγου του Καρλ, στην πλοκή και την διαμόρφωση της. Συνήθως η μνηστή του Μπαρκς, από τότε που άρχιζε να εργάζεται ως βοηθός του, το 1952, σχεδίαζε τα φόντο των καρέ, και προσέθετε ελάχιστες φράσεις στους διαλόγους.

Αντιθέτως, στο Κρησφύγετο στην Χαβάη η παρουσία της υπήρξε καταλυτική και βοήθησε ιδιαίτερα τον Μπαρκς στην πιστή απόδοση του τροπικού νησιού της Χαβάης. Η Γκαρέ ήταν και η ίδια Χαβανέζα και είχε σπουδάσει στην νησιωτική πολιτεία, επομένως ήξερε τόσο τους τοπικούς θρύλους όσο και την γλώσσα της περιοχής.

800px-Alekoko fishpond

Οι Χαβανέζοι αποδίδουν στους Μενεχούνε την δημιουργία της εικονιζόμενης λίμνης, που έχει ονομαστεί από τους μικρούς ανθρωπάκους.

Πράγματι, οι Μενεχούνες της ιστορίας φαίνεται ότι έχουν σχέση με τους κατοίκους του αρχιπελάγους της Ταϊτής, που ονομάζονταν Μαναχούνες και μάλλον οι μικροί Μενεχούνες έχουν διατηρηθεί στην προφορική παράδοση καταγόμενοι από αυτούς τους ανθρώπους. Στην ιστορία υπάρχουν επίσης αρκετές λέξεις στην χαβανέζικη γλώσσα, (άμα-άμα, χόα, μαλιχίνι κ.α.) ενώ και το Μενεχούνε (που ο Μπαρκς αμερικανοποίησε σε Μενεχούνες) σημαίνει φυσιολογικοί άνθρωποι, αναφερόμενο στην εποχή που δεν είχαν ακόμα περάσει στον θρύλο.

Οι λέξεις αυτές πρέπει να αποδοθούν στην Γκαρέ, που γνώριζε την σημασία τους, ενώ φαίνεται πως και στην απεικόνιση του τροπικού κλίματος συνέβαλλε σημαντικά. Τα καρέ του Μπαρκς που αναπαριστούν το νησί μοιάζουν ιδιαίτερα με τους πίνακες τοπίων που σχεδίαζε η σύζυγος του, ενώ και η τοπική χλωρίδα και πανίδα της ήταν φυσικά γνωστή. Ίσως ο Μπαρκς να σχεδίαζε την περιοχή πολύ περισσότερο εξωτική εάν είχε κάνει μόνος την ιστορία, αλλά σίγουρα η συμβολή της Γκαρέ την έκανε πιο αληθοφανή και καλλιτεχνική.

Gr vcb 007p147 001

Οι μικροί Μενεχούνες είναι σίγουρα οι πρωταγωνιστές της ιστορίας, παρόλο που εμφανίζονται μόνο στο παραπάνω καρέ.

ΜουργόλυκοιEdit

Στην ιστορία σημειώνεται επίσης και ένα ιδιαίτερα σημαντικό γεγονός για την γνωστή συμμορία των Μουργόλυκων, την οποία δημιούργησε ο Μπαρκς, το 1951. Συγκεκριμένα, ενώ μέχρι την 20η σελίδα της περιπέτειας οι αριθμοί που αναθέτει ο Μπαρκς στις πινακίδες φυλακής των Μουργόλυκων είναι τελείως τυχαίοι, (840, 080, 860, 70, 321 κ.α.) εν συνεχεία αλλάζει.

Οι αριθμοί γίνονται όλοι (με δύο εξαιρέσεις στην σελίδα 23 και 29) συνδυασμοί των αριθμών 1, 6 και 7 (όπως 176-167, 176-761, 176-617). Έκτοτε αυτός ο συνδυασμός καθιερώθηκε και πλέον πάντα τα μέλη της διαβόητης συμμορίας απεικονίζονται με πινακίδες που περιέχουν συνδυασμούς των τριών αυτών αριθμών.

ΕξώφυλλαEdit

Community content is available under CC-BY-SA unless otherwise noted.