FANDOM


Η ιστορία Ο Ξενοδόχος της Πόλης-Φάντασμα αποτελεί μια δεκασέλιδη ιστορία που έγραψε και σχεδίασε ο Καρλ Μπαρκς στις 17 Ιανουαρίου 1957 και δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά τον Νοέμβριο του ίδιου έτους.

ΠερίληψηEdit

Ο Ντόναλντ αναλαμβάνει τη διεύθυνση ενός ξενοδοχείου του θείου Σκρουτζ σε μία πόλη-φάντασμα.

ΥπόθεσηEdit

Ο Ντόναλντ γκρινιάζει που ο θείος του τον έκανε πατατοκαθαριστή σε ένα από τα ξενοδοχεία του, τον έβαλε δηλαδή στο προτελευταίο σκαλί, με μόνο ένα πόστο να είναι υποδεέστερο: Αυτό του τύπου που πατικώνει τα φλούδια στους σκουπιδοτενεκέδες. Αποφασίζει λοιπόν να πάει στο γραφείο του Σκρουτζ και να απαιτήσει μία καλύτερη θέση.

Έτσι, με βασικά επιχειρήματα τη συγγένεια τους, αλλά και το ότι εδώ και τρία βράδια πηγαίνει σε μία νυχτερινή σχολή τουριστικών επαγγελμάτων παρουσιάζει τις διεκδικήσεις του. Προς μεγάλη του έκπληξη, αμέσως ο Σκρουτζ συμφωνεί και του αναθέτει τη διεύθυνση ενός από τα ξενοδοχεία του (του Ντακ Παλάς στο Στράφι Σίτυ), με την υπόσχεση ότι αν τα πάει καλά, θα τον κάνει γενικό διευθυντή της αλυσίδας των 9.999 ξενοδοχείων του.

Έτσι, ο Ντόναλντ και τα ανιψάκια φτάνουν στο Στράφι Σίτυ, μία πόλη φάντασμα η οποία εγκαταλείφθηκε από τους κατοίκους της όταν στέρεψαν οι ιαματικές πηγές της περιοχής. Η πρώτη εικόνα από το εσωτερικό του ξενοδοχείου είναι αποκαρδιωτική. Η είσοδος είναι γεμάτη σκόνη και αράχνες, καθώς έμεινε κλειστό για δέκα ολόκληρα χρόνια. Ο Ντόναλντ όμως είναι γεμάτος αποφασιστικότητα. Γεμίζει τους δρόμους με αφίσες και βάζει καταχωρίσεις στις εφημερίδες, ενώ με τη βοήθεια των ανιψιών του σουλουπώνει το ξενοδοχείο.

Σύντομα το ξενοδοχείο ανοίγει και πάλι τις πόρτες του. Μάλιστα φαίνεται να έρχεται με το τραίνο και ο πρώτος πελάτης, ο οποίος στην πραγματικότητα είναι ο Σκρουτζ μεταμφιεσμένος. Θέλει να διαπιστώσει ιδίοις όμμασι πόσο καλά διευθύνει ο Ντόναλντ το ξενοδοχείο του. Μόλις εμφανίζεται, ο Ντόναλντ σπεύδει να τον μεταφέρει με ένα καροτσάκι μέχρι το ξενοδοχείο, ενώ στη συνέχεια αλλάζει συνέχεια στολές για να του δώσει την εντύπωση ότι το ξενοδοχείο είναι άρτια στελεχωμένο.

Μετά από μία απότομη μεταφορά με το ασανσέρ και μία εξαιρετικά πρόθυμη εξυπηρέτηση από τον Ντόναλντ, ο μεταμφιεσμένος Σκρουτζ φτάνει στο δωμάτιο του. Παρατηρεί ότι ο Ντόναλντ κατάφερε να ανακαινίσει το άλλοτε αραχνιασμένο ερείπιο, αλλά θέλει πρώτα από όλα να εξετάσει πώς τα πάει στο οικονομικό σκέλος. Έτσι, του αναθέτει να φυλάξει μία επιταγή δέκα εκατομμυρίων στο χρηματοκιβώτιο του ξενοδοχείου. Ο Ντόναλντ μόλις βλέπει το τεράστιο ποσό εντυπωσιάζεται και ζητά από τα παιδιά να ετοιμάσουν φουά γκρα γιατί προφανώς ο πελάτης τους είναι μεγιστάνας.

Πάνω στο άγχος του όμως, ο Ντόναλντ θα τοποθετήσει στο χρηματοκιβώτιο αντί για την επιταγή, τον συνδυασμό του χρηματοκιβωτίου. Τότε, πανικοβάλλεται, γιατί θεωρεί ότι δεν είναι δυνατό να αφήσει αφύλακτα δέκα ολόκληρα εκατομμύρια. Παλεύει μάταια να ανοίξει το χρηματοκιβώτιο, με λοστό και στη συνέχεια με δυνατά χτυπήματα με ένα σφυρί. Όπως είναι φυσικό, προκαλείται τρομερός θόρυβος, ο οποίος φτάνει μέχρι και το δωμάτιο του Σκρουτζ, με αποτέλεσμα αυτός να ενοχληθεί και να τον σημειώσει στα αρνητικά.

Μη βλέποντας κάποια εναλλακτική, ο Ντόναλντ αποφασίζει να ρίξει το χρηματοκιβώτιο στο φρεάτιο του ασανσέρ από το τελευταίο πάτωμα, μήπως έτσι τελικά ανοίξει η πόρτα. Εκείνη τη στιγμή όμως από κάτω βρίσκεται το καροτσάκι με τα πιατικά που μεταφέρει ένα από τα ανιψάκια και φυσικά αυτά γίνονται θρύψαλα με έναν εκκωφαντικό κρότο. Ο Σκρουτζ αποφαίνεται από τον ήχο, ότι στα μαγειρεία σπάνε πολλά πιάτα και το σημειώνει και αυτό.

Το χρηματοκιβώτιο όμως δεν έχει πάθει τίποτα. Ο Ντόναλντ καταφεύγει στην οξυγονοκόλληση. Τότε το ανιψάκι του λέει ότι το ίδιο γνωρίζει τον κωδικό και πράγματι ανοίγει με ευκολία το χρηματοκιβώτιο και βάζει μέσα την επιταγή των δέκα εκατομμυρίων. Εντωμεταξύ όμως ο Ντόναλντ προσηλωμένος στο χρηματοκιβώτιο έχει ξεχαστεί και κρατά την οξυγονοκόλληση προς τα πάνω, με ανοιχτή τη φλόγα της συσκευής. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να ενεργοποιηθεί το σύστημα αυτόματης πυρόσβεσης και να πλημμυρίσει ολόκληρο το ξενοδοχείο.

Ο Σκρουτζ πλέοντας με το στρώμα του κρεβατιού του στον χείμαρρο που έχει δημιουργηθεί στην κεντρική σκάλα, σημειώνει ότι δε σερβίρουν ζεστά γεύματα στο εστιατόριο. Είναι εξοργισμένος και χωρίς τη μεταμφίεση του πια, ζητά από τον Ντόναλντ την επιταγή που του έδωσε. Καταλήγει στο συμπέρασμα ότι έκανε λάθος που του εμπιστεύτηκε την επιταγή, θέλοντας να διαπιστώσει αν μπορεί να αναλάβει μεγάλες ευθύνες χωρίς να τον παραλύσει το άγχος. Ο Ντόναλντ σπεύδει να βγάλει την επιταγή από το χρηματοκιβώτιο και τονίζει στον θείο Σκρουτζ ότι είναι σώα και αβλαβής. Στην πραγματικότητα, όμως, επειδή βράχηκε, σβήστηκαν έξι μηδενικά και πλέον γράφει δέκα δολάρια. Ο Σκρουτζ γίνεται έξαλλος και υποβιβάζει τον Ντόναλντ στη θέση του τύπου που πατικώνει τα φλούδια στους σκουπιδοτενεκέδες.

Community content is available under CC-BY-SA unless otherwise noted.