FANDOM


Silvia ziche

Με μόνο «μέσο» το ταλέντο της, στα 17 της χρόνια, όταν βραβεύτηκε πρώτη φορά για τις σχεδιαστικές της δεξιότητες, ξεκίνησε ένα ταξίδι με προορισμό την επιτυχία.

Tzike2

Ο λόγος για τη Σύλβια Τζίκε (Silvia Ziche), μία από τις πιο αναγνωρίσιμες σχεδιάστριες κόμικς στην Ιταλία. Γεννήθηκε το 1967 και κατάφερε σε νεαρή ηλικία, κατόπιν παραίνεσης του βετεράνου σχεδιαστή Giorgio Cavazzano, να βρεθεί στο καλλιτεχνικό επιτελείο του περιοδικού «Topolino».

Μέχρι σήμερα έχει δημιουργήσει εκατοντάδες ιστορίες με τους ήρωες του Disney, αλλά και δικούς της χαρακτήρες, εκ των οποίων μεγαλύτερη επιτυχία έχει η Lucrezia, ένα είδος alter ego μέσα από το οποίο περιγράφει προσωπικά βιώματα και ανησυχίες.

Στην Ελλάδα έχουμε αντικρίσει ένα μεγάλο μέρος της δουλειάς της μέσα από τις σελίδες των «Μίκυ Μάους», «Ντόναλντ», «Μίννι» κτλ. Εχει ξεχωρίσει για τις πολυσέλιδες ιστορίες-παρωδίες σε συνέχειες, όπως τα «Παπιομυστήριο», «Φθόνος & Απληστία» ή «Ο Μεγάλος Σπλας», όπου οι ξεκαρδιστικές σκηνές εναλλάσσονται με ρυθμό πολυβόλου!

Τα τελευταία χρόνια τη βρίσκουμε να ανοίγει εβδομαδιαία το «Topolino» με ένα ολοσέλιδο σκίτσο της, παράλληλα με τα βιβλία της Lucrezia.

Για αρχή θα ήθελα να ακούσω τις εντυπώσεις σου από την εκδήλωση, αλλά και από την Ελλάδα γενικότερα, μιας και είναι η πρώτη σου επίσκεψη στη χώρα μας.

Μου άρεσε πάρα πολύ! Έχω μία τρελή επιθυμία να ξανάρθω, να πάω στη θάλασσα, να τη γυρίσω όλη! Είδα την Ακρόπολη και το μουσείο, αλλά όλα πολύ βιαστικά, μου μένουν πολλά πράγματα ακόμη να δω. Όσο για την εκδήλωση, μου άρεσε επίσης πολύ. Εκτός από την υπευθυνότητα, την ευγένεια και την περιποίηση των διοργανωτών, έμεινα έκπληκτη από τον κόσμο. Ήρθα εδώ χωρίς να γνωρίζω τι ακριβώς να περιμένω. Ήξερα ότι δημοσιεύονται εδώ οι ιστορίες μου για τη , αλλά σκεφτόμουν ότι μπορεί να κάτσω απλά σε μία γωνίτσα και να κάνω κανένα σχέδιο πού και πού. Όμως ήταν μία θετική έκπληξη για μένα η μαζικότητα και η αγάπη του κόσμου!

Tzike 3

Το καλλιτεχνικό σου ύφος είναι πολύ ιδιαίτερο, προσωπικό και αναγνωρίσιμο, στο σχέδιο και στη συγγραφή. Δε διστάζεις να τσαλακώσεις χαρακτήρες, παραδοσιακά σοβαρούς, στα όρια του τέλειου, όπως ο Μίκυ Μάους, παρουσιάζοντάς τους πιο αφελείς, μέχρι και λίγο... χαζούς. Δε δημιουργούνται προβλήματα από αυτή σου την επιλογή;

Δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα! Ο Μίκυ Μάους έγινε «σοβαρός» στην πορεία της ύπαρξής του. Αλλά ο αυθεντικός Μίκυ, αυτός των κινουμένων σχεδίων ή του Γκότφρεντσον, ήταν ένας Μίκυ αφελής, όπως ο Ντόνταλντ, αλλά σίγουρα πιο ευχάριστος – δεν ήταν τεμπέλης και οξύθυμος. Όμως, δεν ήταν αυτός ο σοβαρός και υπερβολικά έξυπνος χαρακτήρας που βλέπουμε στα σημερινά κόμικς. Ήταν ένα αισιόδοξο πιτσιρίκι, με μία μεγάλη επιθυμία να κάνει πράγματα, να μπλέκει σε δύσκολες καταστάσεις και να μην μπορεί να βρει εύκολες λύσεις. Αυτός ο Μίκυ μου άρεσε περισσότερο, γιατί είχε τη δυνατότητα να βρίσκει μπελάδες και με πολλή προσπάθεια να βγαίνει νικητής. Έτσι, δε νομίζω ότι παρεκλίνω από την «παράδοση», όταν τον παρουσιάζω λίγο πιο αφελή. Άλλωστε, δημιουργούμε – εξ ορισμού – κωμικές ιστορίες. Το ζητούμενο είναι να γελάσουμε. Άρα, δε γίνεται να πηγαίνουν όλα καλά. Για εμένα, η διασκέδαση προκύπτει όταν σε κάποιο σημείο της ιστορίας κάτι δε λειτουργεί όπως θα έπρεπε. Οι υπερβολικά τέλειοι ποτέ δε γίνεται να είναι διασκεδαστικοί.

Στην Ελλάδα έχει φτάσει μόνο η δουλειά σου πάνω στο σύμπαν του Disney, και όχι τα δικά σου δημιουργήματα, όπως η Lucrezia.

Η Lucrezia δεν ήταν μία απλή δουλειά που πιέστηκα να κάνω για να εκδώσω κάτι. Ήταν – τρόπον τινά – μία αναγκαιότητα, αυτή της επιθυμίας μου να διηγηθώ τη δυσκολία που υπάρχει στις σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους. Τα ερωτικά ζητήματα ήταν ένα πρόσφορο έδαφος να ξεκινήσω, όμως σταδιακά χώρεσα λίγο απ’ όλα. Έχω παρατηρήσει ότι σε κάθε είδους σχέσεις – ερωτικές, φιλικές, συγγενικές – καταφέρνουμε από μόνοι μας να δημιουργήσουμε απίστευτες δυσκολίες!

Φυσικά, έχει συμβεί και σε μένα, πολλάκις, επομένως είχα την ανάγκη να διηγηθώ αυτή τη δυσκολία. Στην αρχή δεν το καταλάβαινα, αλλά στην πορεία είδα ότι πολλοί άνθρωποι ταυτίστηκαν με την ανθρώπινη υπόσταση της Lucrezia, κυρίως γυναίκες, αλλά όχι μόνο. Φυσικά, η Lucrezia είναι μία θηλυκή χαρακτήρας. Είναι λογικό, αφού είμαι γυναίκα, είναι πιο εύκολο, πιο φυσικό να παρουσιάζω τα πράγματα από αυτήν την οπτική γωνία. Πολλές γυναίκες ταυτίστηκαν, αλλά με έχουν πλησιάσει και άντρες που λένε «Α, η γυναίκα μου είναι ίδια!». Πάνε δέκα χρόνια που σχεδιάζω αυτό το χαρακτήρα, και αισίως, έχω διαρκώς καινούργια πράγματα να αφηγηθώ.

Skitso-loukritia

Η Lucrezia της Τζίκε

Επομένως, δεν πιστεύεις ότι η Lucrezia είναι ένα «γυναικείο» κόμικ;

Όχι, δεν το πιστεύω. Ίσως είναι πιο εύκολο για τις γυναίκες να ταυτιστούν. Άλλωστε δημοσιεύεται σε ένα εβδομαδιαίο γυναικείο έντυπο στην Ιταλία. Είναι πολύ εύκολο να θεωρηθεί αμέσως γυναικείο. Αλλά δεν ήταν αυτή η πρόθεσή μου. Όπως προείπα, η πρόθεσή μου ήταν να αναφερθώ στις ανθρώπινες σχέσεις. Σχέσεις οι οποίες είναι διασκεδαστικές, από την άποψη ότι, παρόλο που όταν στραβώνουν στη ζωή μας τις θεωρούμε αμέσως τραγωδίες, όταν αποκρυσταλλωθούν, είναι ξεκάθαρα αστείες. Απλά, όντας γυναίκα, μου ήταν πιο εύκολο να δημιουργήσω ένα γυναικείο χαρακτήρα, ένα χαρακτήρα γεμάτο ελαττώματα, που μου επιτρέπει να αναφερθώ και στα αρνητικά των γυναικών, εκτός από αυτά των ανδρών. Αυτό το παρατηρώ και σε αντίστοιχες εκδηλώσεις στην Ιταλία, όπου έρχονται πολλοί άντρες. Εν ολίγοις, πιστεύω ότι μιλάω γενικά για τα προβλήματα των ανθρώπων, αλλά σίγουρα από μία γυναικεία οπτική.

Το γεγονός ότι είσαι γυναίκα σε ένα χώρο – καλώς ή κακώς – κατά βάση ανδροκρατούμενο, σε κάνει να αισθάνεσαι ιδιαίτερη; Σε επηρέασε με κάποιον τρόπο στην καριέρα σου, πρακτικά και καλλιτεχνικά;

Στην αρχή σίγουρα όχι! Διάβαζα κόμικς στο σπίτι από μικρή, και μάλιστα είχα ξεχωρίσει αυτά της Bretecher, που τύχαινε να είναι γυναίκα! Η συγκεκριμένη δημιουργός μάλιστα με έχει επηρεάσει πολύ στον τρόπο που αφηγούμαι, όσον αφορά τις μη-ντισνεϋκές μου δημιουργίες. Η πρώτη δουλειά που έκανα ήταν για το περιοδικό Linus, ένα γυναικείο περιοδικό όπου η διευθύντρια ήταν γυναίκα, όλες στη σύνταξη ήταν γυναίκες, άρα δεν αισθάνθηκα καθόλου κάτι τέτοιο. Αργότερα κατάλαβα πως επρόκειτο για μία μεγάλη παρεξήγηση, αφού όντως στη συγκεκριμένη δουλειά οι περισσότεροι είναι άντρες! Ωστόσο, για μένα είναι πολύ φυσικό να διηγούμαι πράγματα μέσα από τα κόμικς. Η ανταπόκριση που δέχτηκα όμως ήταν θετική και από τα δύο φύλα. Για να σου πω την αλήθεια, άρχισα να καταλαβαίνω ακριβώς τι συμβαίνει όταν άρχισαν να πληθαίνουν αντίστοιχες ερωτήσεις: «πώς είναι να κάνεις ένα αντρικό επάγγελμα;». Σίγουρα δεν είχα κανένα πρόβλημα, ούτε όμως και πλεονεκτήματα. Πρόκειται για ένα επάγγελμα, όπως πολλά άλλα, που μπορείς να το κάνεις μόνο αν έχεις τα απαιτούμενα προσόντα. Αν δεν ξέρεις να σχεδιάζεις, αν δεν ξέρεις να διηγείσαι, είτε είσαι γυναίκα, είτε είσαι άντρας, είτε είσαι κάβουρας, δεν έχει καμία σημασία.

Tzike 4

Ακόμα και στις «ντισνεϋκές» ιστορίες σου, όμως, χρησιμοποιείς συχνά θηλυκές ηρωίδες, όπως η Νταίζυ και η Γιαγιά Ντακ, η Μίννι και η Τρούντυ, που αποτελούν κατά βάση δευτερεύοντες χαρακτήρες. Δεν πρόκειται για μία συνειδητή επιλογή να απευθυνθείς σε ένα πιο συγκεκριμένο κοινό;</p>

Στην αρχή, όχι, ειδικά αν σκεφτείς ότι οι πρώτες ιστορίες που έγραψα μόνη μου ήταν το «Παπιομυστήριο» και ο «Φθόνος & Απληστία», όπου δεν επικρατούν οι θηλυκοί χαρακτήρες. Οι θηλυκοί χαρακτήρες του Disney γεννήθηκαν ως δευτερεύοντες χαρακτήρες, κι εγώ, όπως πολλοί, τους χρησιμοποιούσα με τον ίδιο τρόπο, δίνοντάς τους ίσως έναν πιο κωμικό χαρακτήρα απ’ ό,τι συνέβαινε συνήθως. Παρατήρησα όμως ότι είχαν μείνει εγκλωβισμένοι στα στερεότυπα της δεκαετίας του ’50, δεν είχαν εξελιχθεί σχεδόν καθόλου. Προσπάθησα λοιπόν να τους δώσω μία ώθηση, προκειμένου να γίνουν πιο διασκεδαστικοί και ενδιαφέροντες χαρακτήρες. Από εκεί και πέρα, σκέφτηκα ότι θα μπορούσα ακόμα να τους χρησιμοποιήσω και με άλλους τρόπους. Εκεί ξεκίνησε να γίνεται συνειδητή η επιλογή μου να χρησιμοποιώ πιο πολύ τους θηλυκούς χαρακτήρες, πάντα όμως μέσα σε κάποια όρια.

Τι ετοιμάζεις αυτήν την περίοδο; Έχεις κάποιο μεγαλόπνοο σχέδιο στα σκαριά, για το μακρινό μέλλον;

Αυτή τη στιγμή έχω μόλις τελειώσει μία σειρά πραγμάτων που έκανα ταυτόχρονα. Μόλις κυκλοφόρησε το καινούργιο βιβλίο της Lucrezia. Επίσης τώρα τελειώνω μία ιστορία που κάνω για την Disney σε κείμενα του Tito Faraci –μένει μόνο να τη μελανώσω. Έχω τρέξει πολύ το τελευταίο διάστημα και συνεπώς δεν είχα το χρόνο να δρομολογήσω κάτι συγκεκριμένο. Από την άλλη, θέλω πολύ να κάνω κάτι άλλο πέρα από τη Lucrezia –ό,τι ήθελα να διηγηθώ αυτήν την περίοδο, το έχω κάνει. Έχω ήδη μιλήσει με τη διευθύντρια του Topolino για μία καινούργια, μεγάλη ιστορία με πολλά επεισόδια, στα πρότυπα των παλαιότερων που έκανα, και ελπίζω να πάνε όλα καλά και να την κάνω. Καθώς όμως έχουν αλλάξει τα πράγματα, μου επιτρέπεται να κάνω μία μεγάλη ιστορία, αλλά όχι με τόσο πολλά επεισόδια όπως παλιά. Το βλέπω να καταλήγει σε τρία επεισόδια, σίγουρα όμως μεγάλης έκτασης. Δε μου αρέσει τόσο. Σίγουρα είναι διασκεδαστικό, αλλά δε με γεμίζει όσο οι σύντομες ιστοριούλες που έκανα, γιατί με το παλιό μοτίβο υπήρχε μία μεγαλύτερη αμεσότητα. Συνέχιζα, για παράδειγμα, να δουλεύω στην ίδια ιστορία, όταν είχαν ήδη ξεκινήσει να δημοσιεύονται τα πρώτα κεφάλαιά της. Είχα το χρόνο να κάνω αλλαγές, να σκεφτώ καινούργια πράγματα, σκηνικά, . Διαφορετικά, θα πρέπει να τελειώσω την ιστορία και μετά να δημοσιευτεί, επομένως το σενάριο θα είναι φιξαρισμένο εκ των προτέρων και δε θα υπάρχει περιθώριο αλλαγών. Για τον τρόπο που γράφω εγώ, μία εκτεταμένη ιστορία με πολλά σύντομα κεφάλαια είναι κάτι πιο ευχάριστο, πιο εύκολο, που μου δίνει τη δυνατότητα να χωρέσω πολλές κωμικές στιγμές. Δεν έχω ακόμα μία συγκεκριμένη ιδέα, και ελπίζω μέχρι να αρχίσω να γράφω, να έχουμε καταλήξει σε μία συμφωνία που θα μου επιτρέψει να δώσω τα μέγιστα.

Ας το ελπίσουμε! Μιας και μιλήσαμε για τις μεγάλες ιστορίες που έκανες, όπως το «Παπιομυστήριο», «Ο Μεγάλος Σπλας», «Φθόνος & Απληστία», «Η Ληστεία του Αιώνα»... Πώς ξεκίνησε αυτό το μοτίβο, και πώς υπήρξε αυτή η – επιτυχημένη – συνέχεια;

Όλο αυτό ξεκίνησε με το «Παπιομυστήριο». Όταν το έγραψα, ο εκδότης του Topolino μου είχε πει πως για κάποια τεύχη θα υπήρχε κενός χώρος, επομένως μου ζήτησε να τον καλύψω με σύντομες ιστορίες. Τότε σκέφτηκα, αντί να κάνω πολλές σύντομες ιστορίες – κάτι που δε μου είναι τόσο εύκολο – γιατί να μην κάνω μία μεγάλη σε συνέχειες; Το πείραμα πέτυχε, διασκέδασα πολύ. Το ευτύχημα ήταν ότι διασκέδασαν και οι αναγνώστες. Τότε το internet δεν ήταν ευρέως διαδεδομένο, και δεν υπήρχε αυτή η αμεσότητα με το κοινό. Συνέβη λοιπόν το εξής περίεργο: πολλοί αναγνώστες άρχισαν να γράφουν στο περιοδικό, γράμματα με φάκελο και γραμματόσημα, γεμάτα θετικά λόγια για την ιστορία! Πολλοί μάλιστα προσπαθούσαν να λύσουν το μυστήριο των επτά αντικειμένων! Αυτό μου άρεσε πάρα πολύ, και η σύνταξη του περιοδικού κατάλαβε ότι είχε στα χέρια της μία επιτυχημένη συνταγή, που έδωσε την ευκαιρία να γεννηθούν και οι επόμενες ιστορίες στο ίδιο μοτίβο.

Στην περίπτωση της Rivondosa, ήταν κάτι που μου ζητήθηκε. Ουσιαστικά επρόκειτο για μία παρωδία μίας τηλεοπτικής σαπουνόπερας που έπαιζε εκείνο το διάστημα στην Ιταλία. Μιας και δεν είχα δει ούτε ένα επεισόδιο της συγκεκριμένης σειράς, τους ρώτησα «ρε παιδιά, πώς θα το κάνω αυτό, δεν ξέρω τίποτα για τη σειρά;». Την επόμενη μέρα έφτασαν σπίτι μου κάτι κούτες με DVDs της σειράς, και έτσι στρώθηκα στη δουλειά: τα είδα όλα. Επρόκειτο για μία πολύ εκκεντρική ιστορία, δυσκολευόμουν να βγάλω άκρη. Παρακολουθώντας την, όμως, άρχισα να βρίσκω κάποια αστεία σημεία που μπορούσα να χρησιμοποιήσω για να φτιάξω τη δική μου εκδοχή. Το πιο σημαντικό για εμένα είναι, σε αυτές τις περιπτώσεις, ο αναγνώστης που δε θα γνωρίζει την πηγή έμπνευσης να μπορεί άνετα να παρακολουθήσει τη διασκευή και να την απολαύσει το ίδιο. Γι’ αυτό το λόγο απέφυγα τις ευθείες αναφορές στη σειρά. Ήταν κάτι σαν μία «παράλληλη ιστορία».

Τώρα, για τη «Ληστεία του Αιώνα»! Το σημείο εκκίνησης ήταν το διαδίκτυο, η αναγκαιότητά του αλλά και οι κίνδυνοι που ενέχει. Κατά βάση όμως προέκυψε από τη δική μου δυσκολία να το διαχειριστώ! Ο Μαύρος Πητ στη συγκεκριμένη ιστορία είναι ένα άλτερ έγκο του εαυτού μου.

Στην ιστορία Paperina Rivondosa, που δυστυχώς δεν έχουμε δει στην Ελλάδα, παρατήρησα ότι συχνά χαρακτήρες μεταμορφώνονταν με τις δυνάμεις της «κακιάς» Μάτζικα Ντε Σπελ σε κάκτους. Αυτό ήταν μία αλληγορία που επέλεξες για να κρύψεις τους θανάτους που υπήρχαν, στη σειρά απ’ την οποία εμπνεύστηκε η ιστορία;

Ναι. Αυτή ήταν η μεγαλύτερη δυσκολία μου. Ήταν μία τηλεοπτική σειρά στην οποία συνέβαιναν τα πάντα, επρόκειτο για μία πολύ δυνατή ιστορία, με πολλούς θανάτους και σκηνές βίας, πολύ μακριά από τα ντισνεϋκά πρότυπα! Αμέσως άρχισα να αναρωτιέμαι πώς θα καταφέρω να κάνω κάτι τέτοιο! Βρήκα λοιπόν αυτόν τον τρόπο να χειριστώ το θέμα του θανάτου πολύ αλληγορικά και ταυτόχρονα χιουμοριστικά: ενώ στην αυθεντική ιστορία όλοι πέθαιναν, στη δική μου ιστορία μεταμορφώνονταν σε κάκτους, και στο τέλος τα μάγια λύνονταν και επέστρεφαν στην κανονική τους μορφή! Ήταν κάτι αναγκαίο, αφού η Disney απαγορεύει τους θανάτους στις ιστορίες της.

Αυτό ήταν μία εντελώς δική σου ιδέα; Δεν ξέρω αν είχε χρησιμοποιηθεί ξανά πριν, ξέρω σίγουρα όμως ότι χρησιμοποιήθηκε μετά από τον Bruno Enna και το Fabio Celoniστην ιστορία του «Δράκουλα».

Δε νομίζω να το είχε κάνει κάποιος πριν από εμένα. Ήταν μία πρωτότυπη ιδέα που μου άρεσε πολύ. Δεν μπορούμε να μιλήσουμε για το θάνατο στο Topolino. Στην ιστορία Paperina Rivondosa είχα δώσει τους ρόλους των ηθοποιών σε κάποιους χαρακτήρες Disney. Τύχαινε να υπάρχει μία κακιά στο έργο, και η θέση αυτή ήταν η καταλληλότερη για τη Μάτζικα, μιας και εκείνη είναι κακιά. Και ταυτόχρονα, έχει την ιδιαιτερότητα να είναι μάγισσα, που της δίνει κάποια παραπάνω προτερήματα. Υπήρξε λοιπόν ένας διασκεδαστικός συνδυασμός που μου επέτρεπε διαχειριστώ αυτό το στοιχείο της ιστορίας. Πραγματικά μου άρεσε πολύ η ιδέα με τους κάκτους. Όταν έγραφα την ιστορία, γελούσα μόνη μου!

Γενικά στην Disney υπάρχει μεγάλη λογοκρισία, ακόμα και στην υπόνοια θανάτου; Για παράδειγμα, ο Giorgio Cavazzano μου είχε αναφέρει πως στην πρώτη ιστορία του Mickey Mouse Mystery Magazine (Μίκυ Μυστήριο Β’ Κύκλος) είχαν θορυβηθεί με κάποιες σελίδες του που υπήρχε η υπόνοια θανάτου για το Μίκυ. Παλαιότερα όμως έχουμε δει τον Floyd Gottfredson να στηρίζει μία σειρά από strips του στις προσπάθειες του Μίκυ να αυτοκτονήσει... Πιο πρόσφατα είδαμε και τον Don Rosaνα παίζει με το θάνατο του πατέρα του Σκρουτζ.

Ναι, ο Gottfredson έκανε τα πάντα. Αν το σκεφτείς, και στα κινούμενα σχέδια της Disney υπάρχουν αυτά. Στο «Βασιλιά των Λιονταριών», στο «Μπάμπι», σε όλα τα πρώτα έργα υπάρχει η έννοια του θανάτου. Δεν πιστεύω ότι η στροφή έχει... κακή, ας πούμε, πρόθεση. Αποφεύγουν να μιλάνε για αυτό, προκειμένου να μη δημιουργηθούν τραύματα στα παιδιά. Ξέρω ότι στις σκηνές θανάτου σε αυτές τις ταινίες, τα παιδιά πλαντάζουν στο κλάμα. Αν πάμε ακόμα πιο πίσω, στα παραμύθια, αυτά που γράφονταν το 1800, αυτά των αδερφών Γκριμ, ήταν αρκετά τρομακτικά και μακάβρια. Το παραμύθι πιστεύω πρέπει να επιτελεί κι έναν διδακτικό σκοπό, δείχνοντας στα παιδιά ότι ναι, υπάρχει και ο θάνατος, και ο πόνος, όλα αυτά μέσα από μεταφορές, ώστε να συνειδητοποιήσουν σιγά σιγά ότι στη ζωή δεν είναι όλα ρόδινα. Ξέρω ότι όλο αυτό είναι δύσκολο για την Disney και σε γενικές γραμμές αρνούνται να κινηθούν σε αυτήν την κατεύθυνση. Όμως πιστεύω ότι μπορούμε να μιλήσουμε για αυτά τα πράγματα με μεταφορές, οι οποίες θίγουν πιο ανάλαφρα το θέμα. Στις δικές μου ιστορίες γενικά δεν με απασχολεί το συγκεκριμένο θέμα, γιατί είναι κατά βάση κωμικές, δε φλερτάρουν καθόλου με το στοιχείο του φόβου, άρα δεν μπορούν να φτάσουν στο θάνατο.

Θα ήθελα, ακόμα, να συζητήσω μαζί σου για δύο πολύ ενδιαφέρουσες δημιουργίες που αποτελούν συνεργασία σου με δύο καταπληκτικούς συγγραφείς: το Infierno, του οποίου ο δεύτερος τόμος κυκλοφόρησε πρόσφατα, με τον Tito Faraci, και το Olimpo με τον Vicenzo Cerami, μία ενδιαφέρουσα δημιουργία για το ελληνικό κοινό (αν και ανέκδοτη), μιας και πρωταγωνιστές της ιστορίες είναι οι Ολύμπιοι θεοί.

Αν και χρησιμοποιήσαμε τις Λατινικές ονομασίες, οι θεοί είναι αναμφίβολα οι δικοί σας! Ας τα πάρουμε με τη σειρά: το Infierno προέκυψε σαν παιχνίδι, κατόπιν ενός αιτήματος ενός εκδότη που ήθελε να κάνει μία σειρά βιβλίων κόμικς χωρίς καθόλου λόγια, «βουβά». Αυτό στην αρχή μου προξένησε αρκετές δυσκολίες, μέχρι να συνειδητοποιήσω ότι έπρεπε να λειτουργώ όπως οι ηθοποιοί ή καλύτερα οι σκηνοθέτες στο βουβό κινηματογράφο. Έπρεπε να υπάρχει μία υπερβολή στη δράση, ώστε να αρκούν οι κινήσεις του σώματος των ηρώων για να καταλάβει κανείς τι συμβαίνει. Όταν καταλάβαμε με τον Tito ότι μπορούμε να διηγηθούμε εύκολα μία ιστορία τέτοιου είδους εντείνοντας τη δράση και την κινησιολογία, μας έμενε να βρούμε το κατάλληλο σκηνικό για να την τοποθετήσουμε. Για κάποιον περίεργο λόγο, συμφωνήσαμε ότι η Κόλαση ήταν μία καλή ιδέα! Το πρώτο μέρος έχει μία πολιτική χροιά. Προσπαθήσαμε να προσεγγίσουμε την αποτύπωση του Δάντη για την Κόλαση – άσχετα αν, σε αντίθεση με τη δική του αποτύπωση που είναι από σοβαρή έως και τρομακτική, εμείς οδηγηθήκαμε σε πιο κωμικά μονοπάτια – όπως αυτή έχει περάσει στη συλλογική μνήμη.

Η ιδέα για το Olimpo ανήκε στο Vincenzo Cerami, έναν καταπληκτικό συγγραφέα, ο οποίος υπήρξε και σεναριογράφος του Benigni. Πέθανε πριν 2-3 χρόνια, δυστυχώς. Είχε γράψει για σινεμά, θέατρο, τηλεόραση, ραδιόφωνο, αλλά ποτέ πριν δεν είχε κάνει κόμικς. Δοκίμασε, λοιπόν, την τύχη του μαζί μου! Του άρεσε πολύ ο Όλυμπος, οι θεοί, η ελληνική μυθολογία... Εγώ από την άλλη γνώριζα λίγα πράγματα, αλλά ενθουσιάστηκα πολύ κάνοντας έρευνες για να σχεδιάσω τους διάφορους χαρακτήρες. Λάτρεψα μέχρι θανάτου την ελληνική μυθολογία, όλες αυτές τις τρομερές ιστορίες, αλλά και την εικονογράφηση διαφόρων ηρώων, τις εικόνες, τις μάχες, ανακάλυψα μάλιστα ότι τα ελληνικά αγγεία μπορούν να θεωρηθούν αρχαία κόμικς, λόγω της διαδοχικής απεικόνισης παραστάσεων!

Τι θα συμβούλευες έναν φέρελπι δημιουργό κόμικς που κάνει τα πρώτα του βήματα στο χώρο;

Από τη στιγμή που τα κόμικς αποτελούνται από το σχέδιο και το σενάριο, το σημαντικό είναι να καλλιεργήσει και τα δύο. Έπειτα, όσον αφορά το σχέδιο, δεν πρέπει να σταματάς ποτέ να σχεδιάζεις. Το σχέδιο χρειάζεται ένα μικρό κομμάτι ταλέντου και ένα πολύ μεγάλο κομμάτι εξάσκησης. Το ταλέντο είναι σαφώς απαραίτητο, αλλά αν κάποιος σταματήσει για ένα μήνα, δύο, τρεις, ένα χρόνο, θα σκουριάσει – όπως ακριβώς συμβαίνει και με τα σπορ. Η επανάκαμψη θα είναι πιο επίπονη – γι’ αυτό απαιτείται συνεχής εξάσκηση. Σημαντικό είναι επίσης να είμαστε κριτικοί και ανικανοποίητοι με τα δικά μας δημιουργήματα. Είναι προφανώς καλύτερο να βρίσκουμε και να διορθώνουμε εμείς τα λάθη μας, πριν το κάνει κάποιος άλλος. Τέλος, θα τους συμβούλευα να είναι πολύ περίεργοι για τον κόσμο: τον πολιτισμό, τη λογοτεχνία, το σινεμά, τα κόμικς, τις ιστορίες και τις ζωές των άλλων, για τα πάντα. Αυτό έχει να κάνει κυρίως με τη συγγραφή, γιατί δεν αρκεί το σχέδιο από μόνο του. Πρέπει να έχεις πράγματα να πεις, από κάπου να πιαστείς, για να δημιουργήσεις μία πετυχημένη ιστορία. Αν δεν πας για ψώνια, δεν μπορείς να μαγειρέψεις τίποτα, ακόμα κι αν είσαι ο καλύτερος μάγειρας του κόσμου.

Ποια είναι η διαδικασία που ακολουθείς για τη δημιουργία μίας ιστορίας;

Όταν θέλω να φτιάξω μία ιστορία κόμικς, δεν κάθομαι μπροστά από ένα χαρτί και σκέφτομαι «Ωχ Θεέ μου, έχω να φτιάξω μια ιστορία, τι να γράψω τώρα;», αντίθετα, συνήθως πρόκειται για μία αναγκαιότητα. Θα δημιουργηθεί μέσα μου η ανάγκη να διηγηθώ κάτι. Αφού καταλάβω τι ακριβώς είναι αυτό που θέλω να γράψω, ποια ιστορία θα διηγηθώ, «κάνω τα ψώνια», χρησιμοποιώ δηλαδή τα ερεθίσματα που έχω μαζέψει από εδώ και από εκεί, επικεντρωμένα βέβαια στο βασικό θέμα που πρόκειται να απασχολήσει την ιστορία μου. Για παράδειγμα, το τελευταίο βιβλίο της Lucrezia ονομάζεται «Un Ex Sempre». Ήθελα να περιγράψω τη δυσκολία που υπάρχει στις ανθρώπινες σχέσεις, τη στιγμή που αυτές τελειώνουν και δεν ξέρουμε πώς να τις αντιμετωπίσουμε από εκεί και πέρα. Το έχω περάσει κι εγώ, αλλά έχω και παραστάσεις από φίλες, φίλους, γνωστούς, γενικά από τον περίγυρο. Μία σχέση που σπάει είναι δύσκολο να παραμείνει ίδια, αν όχι να συνεχίσει να υφίσταται. Όταν λοιπόν συνειδητοποίησα ότι αυτό θέλω να είναι το κεντρικό θέμα του νέου μου βιβλίου, έστρεψα την προσοχή μου σε ερεθίσματα που θα μπορούσαν να το εμπλουτίσουν. Μπορεί για παράδειγμα σε μία συζήτηση να μην έδινα πολλή σημασία, αλλά με το που πήγαινε εκεί το θέμα, τέντωνα τα αυτιά μου!

Εξωτερικές πηγέςEdit

Community content is available under CC-BY-SA unless otherwise noted.